Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανεικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δανεικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

21 Ιουλίου 2012

Φτελιά



Της Σύλβια Πλαθ

Εγώ τον ξέρω το βυθό, λέει. Τον έχω γνωρίσει με την πιο βα-
                            θια μου ρίζα:
Είναι αυτό που φοβάσαι.
Εγώ δεν το φοβάμαι: Έχω βρεθεί εκεί.

Να` ναι η θάλασσα που αφουγκράζεσαι μέσα μου;
Η πικρία της;
Ή η φωνή του κενού, που πάντα σε τρέλαινε;

Ο έρωτας είναι μια σκιά.
Πως ψεύδεσαι και θρηνείς στο κατόπι του
Άκου: αυτές είναι οι οπλές του: έφυγε τρέχοντας, σαν άλογο.

Έτσι κι εγώ όλη τη νύχτα θα καλπάζω ορμητικά,
Μέχρι να γίνει πέτρα το κεφάλι σου, το μαξιλάρι σου ένας μι-
                         κρός ιππόδρομος,
Που θ` αντηχεί, που θ` αντηχεί.

Ή θα` θελες να σου` φερνα του φαρμακιού τον ήχο;
Τώρα ακούγεται η βροχή, αυτή η απέραντη σιωπή.
Κι αυτός είναι ο καρπός της: λευκός σαν δηλητήριο.

Εγώ έχω υποστεί τις θηριωδίες της δύσεως.
Καμένη ως τη ρίζα
Τα πυρακτωμένα ηλεκτρικά μου νήματα καιόμενα, ορθά, ένα
                         συρμάτινο χέρι.

Τώρα γίνομαι κομμάτια, ραβδιά που εκτινάσσονται.
Άνεμος τέτοιας βιαιότητας
Δε θα ανεχτεί παρατηρητές: Πρέπει να ουρλιάξω.

Η άγονη σελήνη, είναι κι αυτή ανελέητη
Άσπλαχνα θα μ' έσερνε κοντά της,
Η λάμψη της με τραυματίζει. Ή μπορεί να την έχω εγώ αιχ-
                               μαλωτίσει.

Την αφήνω να φύγει. Την αφήνω να φύγει.
Φθίνουσα κι επίπεδη, σαν να' χει υποστεί ριζική επέμβαση.
Πως μ' έχεις έτσι προικίσει με τους εφιάλτες σου που με κατέχουν.

Με κατοικεί μια κραυγή.
Κάθε βράδυ φτεροκοπά προς τα έξω
Ψάχνοντας, με τ' αγκίστρια της κάτι ν' αγαπήσει.

Πως με τρομάζει αυτό το σκοτεινό πράγμα
Που μέσα μου κοιμάται
Ολημερίς νιώθω τις απαλές, ανάλαφρες δονήσεις του, τη μο-
                                χθηρία του.

Σύννεφα περνούν και διασκορπίζονται.
Αυτά είναι τα πρόσωπα του έρωτα, αυτά τα χλομά κι αλύ-
                              τρωτα;
Γι` αυτά λοιπόν ταράζεται η καρδία μου;

Είμαι ανίκανη για περισσότερη γνώση.
Τι είναι αυτό, αυτό το πρόσωπο
Τόσο δολοφονικό μέσα στο βρόχο των κλαδιών του; -

Με τα φιδίσια οξέα του φιλά.
Μαρμαρώνει τη θέληση. Αυτά είναι απομονωμένα, αργό-
                               συρτα σφάλματα.
Που σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.

23 Φεβρουαρίου 2012

Μια συνέντευξη του Νίκου Χαλβατζή


Στη Δώρα Παπαδοπούλου



Με μία προβλέψιμη ερώτηση στοχεύω σε μία μη προβλέψιμη απάντηση. Τι είναι το Γκόλεμ;

Οι υψηλές προσδοκίες, η ματαιοδοξία αδάμαστη. Οι εκπρόσωποι και ως διεκπεραιωτές. Η ενσάρκωσή τους σήμερα.

Έχετε δει την ταινία «Γκόλεμ» του 1920; Για τους αναγνώστες μας να πούμε πως είναι ένα σημαντικό έργο του γερμανικού 
κινηματογραφικού εξπρεσιονισμού. Αν την έχετε δει, πως τη βιώσατε;
Αφορμή μου ήταν το ομώνυμο βιβλίο του Γκούσταβ Μεύρινκ. Από εκείνη την ατμόσφαιρα και σύλληψη παρακινήθηκα. 
Μου ήταν τόσο έντονο εκείνο το σύμπαν που για  την ταινία έψαξα πολύ αργότερα και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί  ο δίσκος. 
Μάλλον σωστά έπραξα διότι το έργο θα με οδηγούσε τελικά σε άλλους προβληματισμούς που δε θα ωφελούσε το τελικό 
αποτέλεσμα. Παρόλα τα καινοτόμα στοιχεία του και τους κινηματογραφικούς κώδικες που προφανώς ισχύουν ως και σήμερα, 
δεν νομίζω ότι κατάφερε να διατηρήσει τον μυστικισμό του μύθου διαχρονικό. Ίσως να φαντάζει πλέον και γραφικό σε 
προσεγγίσεις του.

Πως θα περιγράφατε εσείς ο ίδιος το υλικό του νέου σας δίσκου;
Μετέωρο. Υπαινικτικό και αγκυλωμένο. Σαν το λεπτό φλοιό μιας παγωμένης λίμνης που συνηθίζει κάποιος να γλιστρά 
ανέμελος και αδιάφορος. Την εποχή μου όπως τη ζω προσπάθησα να αποτυπώσω με επίγνωση του κατά πόσο αυτό θα το 
καθήλωνε ως ιδιόμορφο και άχρονο. Με μια θεολογική σχεδόν μανιακή επίφαση.

Πρωτοσυστηθήκατε στο κοινό δισκογραφικά με το «Πλάνο εξόδου».  Μία παραγωγή του Σωκράτη Μάλαμα, ο ίδιος 
τραγούδησε τα μισά τραγούδια, συμμετείχαν επίσης και η Τάνια Τσανακλίδου και η Θεοδοσία Τσάτσου και άλλοι. Ιδανικό 
ξεκίνημα για έναν νέο δημιουργό, που χαράζει και τη συνέχεια;  Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός;
Όταν συνέβη, ούτε νέος ήμουν και ούτε προσδοκούσα πια σε οποιαδήποτε σταδιοδρομία. Η στάμπα της δισκογραφικής 
μου εκκίνησης ήταν όντως ένα θέμα και για εμένα και για όσους με παρακολουθούν. Υπήρξα πριν και μετά από αυτή. Αυτό που
με ενδιαφέρει είναι να εστιάσει κανείς στο πρίσμα και τη μουσική μου πέρα από ρεύματα και συγγένειες. Πράγμα που από ότι 
βλέπω δυσκολεύει ακόμη μερικούς. Για καλό είναι.

Γράφατε τότε στο δίσκο:  «Αυτοσχέδια ηχητική καταγραφή μιας διαδρομής που παίρνει στα σοβαρά την ύπαρξή της μόνο 
λίγο μετά το τέλος. Πλοκή παράλληλη  με την καθημερινότητα, πρόσωπα που προσφέρουν εν αγνοία τις υπηρεσίες και τα 
σώματά τους υποδυόμενα εαυτούς και ρόλους, συναυλίες και ξενυχτάδικα, ξενοδοχεία και αυτοκινητόδρομοι, σκηνικά άδεια 
που περιμένουν να φιλοξενήσουν τα θραύσματα της στιχομυθίας μας, μία στοργή ασύλληπτη που μας συγκρατεί, παιδί 
περιπλανώμενο σε ένα κόσμο που θέλει να του διδάξει πώς να αποκρίνεται μόνο στα όμοιά του». Νομίζετε πως η μουσική 
είναι μία εικονική πραγματικότητα του ανικανοποίητου εαυτού μας;
Όχι. Είναι η απόδειξη του ότι όντως είμαστε αυτή η πραγματικότητα που λέτε πως δεν αγγίζουμε. Η καταγραφή και η 
αναπαραγωγή της οφείλει να είναι η υπενθύμιση. Υπενθύμιση προς εμάς και προς τους άλλους. Δεν έχω την απαίτηση από 
κανένα να είναι διαυγής και άμεσος στην κάθε του στιγμή. Ας έχουμε όμως στο νου πως ικανοποιούμαστε συνεχώς και πως, 
αν το θελήσουμε, αυτό μας αρκεί. Εκεί  βρίσκεται και το νόημα της κρίσης που καμωνόμαστε πως περνάμε αυτές τις μέρες. 

Υπάρχει πλάνο εξόδου να βγούμε από την κρίση αξιών των ημερών μας; Μπορούμε να τιθασεύσουμε τη ματαιοδοξία μας;
Μέσα στην ίδια πρόταση συμπεριλάβατε και την απάντησή μου. Θέλω να πω ότι αφού υπαινίχθηκα μια έξοδο στο πρώτο
μου δίσκο, επανέρχομαι με αντίστοιχο ερώτημα και στο γκόλεμ. Άρα η επιθυμία μας να υπερβούμε προφανώς δεν αρκεί. Ούτε 
και η επίγνωση της κατάστασης. Νιώθω ότι αφού έχουν ειπωθεί όλα, έχουμε πολεμήσει προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις για 
τις αξίες και το τομάρι μας, απομείναμε στα παράσημα στην πολεμική και στο άδειο μας στομάχι. 
Για μένα, αυτή η «κρίση» που όλοι τόσα χρόνια περιμέναμε και τελικά την υποδεχτήκαμε με φωτιές και απεργίες, θα έπρεπε να 
είναι ένα είδος γιορτής. Ο κόσμος φοβάται. Φοβάται με το στομάχι του και με την βαρεμάρα που έχει  ταΐσει τα παιδιά του. Έχει 
ξεχαστεί καυλωμένος μπροστά στην παρέλαση την φυσική και την ηλεκτρονική.

Το «Γκόλεμ #» είναι μία πιο προσωπική υπόθεση, χωρίς πολλές συμμετοχές άλλων καλλιτεχνών, σε αντίθεση με το ξεκίνημά 
σας.  Γιατί αυτή τη φορά επιλέξατε μία πιο μοναχική διαδρομή;
Πάντα τέτοια ήταν. Το ότι  δεν  είμαι συνθέτης, τραγουδοποιός, λογοτέχνης ή και μηχανικός ήχου, μου αρκεί. Αυτό θέλησα 
να αρκεί και σε όσους ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωσή μου. Εξάλλου δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν εφορμώ από τον 
εαυτούλη και τον προσωπικό μικρόκοσμό μου.




Γιατί διαλέξατε στο κομμάτι «Κήρυκας» να συμπεριλάβετε απόσπασμα απαγγελίας από το «Φόβο» του Μάνου Χατζιδάκι;
Αν πραγματεύομαι τα θεία και την πορνογραφία και αν ήθελα μια υψηλής αισθητικής αναφορά και επίφαση, εκεί πάλι 
θα στρεφόμουν. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι όταν προέκυψε το sampling του αποσπάσματος δεν είχα 
ακούσει ποτέ συνειδητά Χατζιδάκι και  όταν έπρεπε να αποφασιστεί αν θα έπρεπε να μείνει ή όχι, δεν θα το επέτρεπα στον 
εαυτό μου να κυκλοφορήσει αλλιώς.

Μιλήστε μας λίγο για το κομμάτι «Ρέντνεκ» που κλείνει το άλμπουμ και που δε μοιάζει με τα υπόλοιπα. 
Για μένα είναι η λογική κατάληξη του δίσκου. Εκεί αποσαφηνίζω τις προθέσεις μου και δίνω βήμα ώστε να προχωρήσω
σε ένα μελλοντικό μου εγχείρημα. Είναι μάλλον η πιο αυθόρμητη στιγμή του δίσκου και από τις λίγες που με συγκίνησαν.

Πως βλέπετε τα live; Είναι κάθε live και μία πρόκληση;  Ή μήπως απλά ακολουθούν τη δισκογραφία ως αρωγοί στις πωλήσεις 
της;
Τα live μου είναι σχεδόν πάντα μια τραυματική εμπειρία για μένα. Καραδοκώ συνεχώς μήπως και νιώσω άνετος αρκετά 
ώστε να υποδυθώ τον εαυτό μου επί σκηνής. Η στιγμή που θα σταματήσει να με τρομάζει η σκηνή, θα τα παρατήσω.

Το «Γκόλεμ #» είναι  ένας δίσκος με ιδιαίτερα ακούσματα. Δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Ωστόσο βγήκε από μία μεγάλη 
εταιρία. Η δισκογραφία φαίνεται, όχι μόνο να αντέχει αλλά και να πειραματίζεται;
Η δισκογραφία έχει ήδη πεθάνει. Το κυρίως σώμα της κινείται από αντανακλαστικά επιθανάτια και μόνο. Απασχολεί πολύ 
κόσμο το μοντέλο αυτό ώστε να παραδώσει τα όπλα προτού διαλυθεί τελείως. Αποδεικνύει ότι κύριο μέλημά της είναι η 
αυτοσυντήρηση του και μόνο. Τόσο κοντόφθαλμη που δεν φροντίζει την πρώτη της εκμεταλλεύσιμη ύλη παρά την ξεπουλά 
στα περίπτερα. Προωθεί επίμονα νέες εκδοχές παλιών προτύπων. Αναμασήματα και αυτοέπαινοι. Οι δισκογραφικές κατέληξαν 
να γαλουχούν μια ολόκληρη γενιά με τα premium. Τη λογική που επιβάλει πως το τραγούδι και η πνευματική εργασία γενικώς
είναι δωρεάν και συνοδεύει σαν υπόκρουση κάθε μας δραστηριότητα. Για μένα αυτό είναι εγκληματικό. Η τέχνη απαιτεί προσοχή 
και σεβασμό τόσο από αυτόν που την παράγει, όσο και από αυτόν που είτε την διαχειρίζεται είτε την προσλαμβάνει. Απαιτεί 
συμμετοχή και για την έλλειψη αυτών, κυρίως υπεύθυνοι είναι οι λήπτες. Στην περίπτωσή μας οι ακροατές. Αν ο κόσμος απαιτεί 
άρτο και θεάματα, μπορεί να απευθυνθεί σε άλλες αρένες. Οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες και βίτσια που εκπροσωπούν οι ανεξάρτητες 
εταιρίες που επιμένουν είναι για μένα ότι θα απομείνει για αρκετό καιρό ως πραγματική δίοδος και ελπίζω ότι όταν θα βρεθούν
μόνες στο προσκήνιο, να τολμήσουν να προτείνουν το νέο μοντέλο. Σε ρήξη με το αγοραστικό κοινό. Δύσκολο μα εφικτό στην 
περίοδο νουθεσίας που έρχεται. 

Σας τρομάζουν οι κριτικές;
Καμιά φορά με την βλακεία και την ελαφρότητα που κατατίθενται, ναι. Πώς μπορεί άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους 
ένα τόσο δυνατό μέσο –ως προς τις συνειδήσεις που διαμορφώνουν- να συμπεριφέρονται με τόση ελαφρότητα; Υπάρχουν και 
οι χειρονακτικές εργασίες και δεν είναι ντροπή. Τόσο παρεξηγημένη ως λειτουργία και με ελάχιστους αντάρτες που να την σέβονται.

Τι μουσική ακούτε; Πόσο διαφορετική είναι η μουσική που ακούτε από αυτή που γράφετε;  Κάποιοι λένε πως αυτό είναι και η
ουσία του καλλιτέχνη, να μπορεί να δει και να δώσει πράγματα πέρα από τα ερεθίσματα που δέχεται. Ισχύει;
Ακούω πια μουσική βασισμένος στις προθέσεις του εκάστοτε καλλιτέχνη. Δεν με ενδιαφέρει πια να χαϊδέψει τα αυτιά μου μια 
καλή παραγωγή ή ένα «στρογγυλό» εύηχο κατασκεύασμα. Την εποχή αυτή ψάχνω γενικά για μουσική που προτείνεται από 
εγχώριους σύγχρονούς μου. Θέλω να δω –ίσως για πρώτη φορά- μέσα σε ποιο πλαίσιο κινούμαι και γιατί όχι, να συνομιλήσω 
μ` αυτό. Όσον αφορά τις επιρροές, συμφωνώ απόλυτα με την άποψη αυτή. Είναι το προσωπικό φίλτρο του καθενός που κρατά 
το ουσιαστικό ενδιαφέρον. Όχι τόσο οι επιδόσεις. Προς το παρόν. 

Θέλετε να μου πείτε και τι σημαίνει το 214 στο www.214.gr που στην ουσία είναι το προσωπικό σας site;
Μια διαδρομή που συνήθιζα να ακολουθώ και πια δεν υπάρχει. Ένα δωμάτιο που ξυπνάω συχνά.

Πως βλέπετε γενικά το διαδίκτυο;  Εμπιστεύεστε την αλήθεια του; 
Δεν έχει και τόση αλήθεια το διαδίκτυο. Τουλάχιστον όχι αυτή που ευαγγελίζεται το commercial τμήμα του. Σ΄ αυτό τα μισά 
είναι διαφημίσεις, και τα υπόλοιπα ευσεβείς πόθοι. Σε ένα πιο υπόγειο ρεύμα του, είναι για μένα ένα καλό εργαλείο για να μελετήσεις 
τις ανθρώπινες συμπεριφορές κρυμμένος στη σκιά. Μέχρι εκεί όμως. Σε ότι έχει να κάνει με την μουσική, η πτώση του κατωφλιού της δισκογραφίας και η ευκολία της σπιτικής παραγωγής μπορεί να δίνει πια ευκαιρίες αλλά δεν καθαγιάζει και τις προθέσεις. Τρανταχτό παράδειγμα πολλών εκ του myspace ορμώμενων. Παρόλο που έχουν μεγάλο ρεύμα, τελικά πάλι στη δισκογραφία στρέφονται και με όρους που ούτε το alternative δικαιολογούν ούτε για το νέο ήθος μας προϊδεάζουν ευχάριστα.Άρα η σημασία του διαδίκτυου εξαντλείται στη λειτουργία του ως μέσον και ως εκεί. Στην εποχή που φωνάζουμε για την αμεσότητα και την κατάρρευση των εκπροσώπων- πολιτικών , δισκογραφικών, να στραφούμε πάλι σε νέο δυνάστη, το ίντερνετ?

Υπάρχουν Έλληνες καλλιτέχνες που αγαπάτε ή ακόμη περισσότερο που να σας εμπνέουν;
Πολλοί.

Στο «Γκόλεμ #» συμμετέχει η Μαρία Παπαγεωργίου, της οποίας επίσης ο πρώτος δίσκος κυκλοφορεί. Η νέα γενιά δημιουργών και 
ερμηνευτών είναι δυναμικά παρούσα;
Εμμανουηλίδης, Λόλεκ, the Boy, Etten, Eye cam, κτίρια τη νύχτα, Ζουρνής. Μερικές από τις πιο ελπιδοφόρες εκπλήξεις που 
συνάντησα τον τελευταίο καιρό. Και πολλή σαβούρα σε μορφή έντεχνου, ανεξάρτητου, συνεργασιών, ιερών συμμαχιών και hype 
του νέου αίματος με την έτσι θέλω επιτυχία με τα λεφτά του μπαμπά. Η Μαρία έχει το ενδιαφέρον μιας πραγματικά καλής φωνής που 
σε κάνει συμμέτοχο στον πειραματισμό και το μέστωμα της. Έχει δρόμο και της εύχομαι να μην επαναπαυτεί. Να μην ενδώσει στο 
συγκεκριμένο σύστημα που καταναλώνει όλο και πιο βουλιμικά τα αναμασήματα που προανέφερα. Η γενιά αυτή ανεξαρτήτως 
ηλικίας, θα δικαιολογήσει το «νεαρό» μόνο αν αντιταχθεί.

Μετά το «Γκόλεμ #» τι;
Λιγότερος νους.
υ.γ. ευχαριστώ

*Πρώτη δημοσίευση www.e-orfeas.gr

8 Φεβρουαρίου 2012

Το ψαράκι της γυάλας



Του Μάριου Χάκκα


   Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος! και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
   Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας τοπίο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
   Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονου ς, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
   Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
   Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το ‘τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή’ που του φαινόνταν βαρετή.
   Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτoυδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
   Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
   Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
   Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ’ ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
   Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένo για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να ‘ναι θα πέσουν».
   Τώρα όποιος θα ‘θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.
«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα
από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.

- Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
- Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.
- Θα ‘χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
- Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ’ έξω.
- Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε
το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’ αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

   Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκη ς μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
   Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκη ς, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
   Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
   Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.


23 Αυγούστου 2011

Ο Σπύρος Κουρκουνάκης για τα ψευδώνυμα των στιχουργών στο ελληνικό τραγούδι




Ο τίτλος του κειμένου σήμερα τα λέει όλα μόνος του: το θέμα μας είναι καθαρά ιστορικό, δηλαδή το ποια ψευδώνυμα και, όπου αυτό είναι γνωστό, για ποιους λόγους χρησιμοποιήθηκαν από τους στιχουργούς στο ελληνικό τραγούδι. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος ότι αυτό που λέει ο τίτλος ανταποκρίνεται στο ίδιο το κείμενο. Τα περισσότερα από τα στοιχεία του θέματος δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν πολλά σχετικά στοιχεία στην ούτως ή άλλως περιορισμένη  βιβλιογραφία που υπάρχει γύρω από το ελληνικό τραγούδι. Επίσης υπάρχει ένα μεγάλο κενό που αφορά το ελαφρό τραγούδι, για το οποίο οι γνώσεις μου είναι πολύ περιορισμένες. Θα προσπαθήσω πάντως να αναφέρω εξαντλητικά τις περιπτώσεις που γνωρίζω, ακολουθώντας, ως συνήθως και στα πλαίσια του δυνατού, χρονολογική σειρά.

Για την προπολεμική εποχή και όσον αφορά το ρεμπέτικο τραγούδι, άντλησα στοιχεία από κάποιους από τους δίσκους του ‘‘Αρχείου Ελληνικής Δισκογραφίας’’, το οποίο επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Κουνάδης. Ο Μάρκος Βαμβακάρης χρησιμοποίησε ψευδώνυμα κυρίως την πρώτη περίοδο της δισκογραφίας του, για να μη γνωρίζει η πρώτη του γυναίκα, με την οποία είχε χωρίσει επεισοδιακά, όλα του τα τραγούδια και προβάλλει οικονομικές απαιτήσεις. Το πιο συνηθισμένο του ψευδώνυμο ήταν Α.Ρόκος, που ήταν το επώνυμο του παππού του απ’ τον πατέρα του. Εδώ εμφανίζεται και ο Μίνως Μάτσας, της γνωστής δισκογραφικής δυναστείας, ο οποίος εκτός από το κανονικό του όνομα χρησιμοποίησε και το Τσάμας, αναγραμματισμό δηλαδή, για άγνωστους λόγους. Επίσης συναντάμε το όνομα Β.Ταμβάκης, ψευδώνυμο του πασίγνωστου με το παρατσούκλι ‘‘Τσάντας’’ στιχουργού Χαράλαμπου Βασιλειάδη, το οποίο λέγεται ότι ήταν το πατρικό επώνυμο της γυναίκας του. Την ίδια μέθοδο, το πατρικό της γυναίκας του (Παγκαλάκη), χρησιμοποιεί σε κάποια τραγούδια του και ο στιχουργός Γιώργος Φωτίδας. Δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους χρησιμοποιούνταν από αυτούς τους ανθρώπους ψευδώνυμα. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω (εκτός κυρίου θέματός μου) ότι την εποχή εκείνη οι συνθέτες δώριζαν τραγούδια στους τραγουδιστές, οι οποίοι τα κυκλοφορούσαν στο όνομά τους και εισέπραταν τα σχετικά ποσοστά, οπότε υπάρχουν και πολλές περιπτώσεις που δεν είναι δυνατόν να ξεκαθαριστούν πια.
     
Στη δεκαετία του ’60 το φαινόμενο παρουσιάζεται πολύ πιο συχνά. Εάν δεν κάνω λάθος, πρώτος διδάξας είναι ο Νίκος Γκάτσος, ο οποίος, μάλλον για λόγους που έχουν σχέση με τις υποχρεώσεις του σε άλλη εταιρεία, υπογράφει τα πασίγνωστα τραγούδια με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ‘‘Μυρτιά’’ ως Β.Καρδής και ‘‘Είχα φυτέψει μια καρδιά’’ ως Ν.Γεωργίου. Η αλήθεια αποκαταστάθηκε σε νεότερες εκδόσεις των τραγουδιών αυτών. Το αποκλειστικό συμβόλαιο με κάποια δισκογραφική εταιρεία ήταν ο πιο συνηθισμένος λόγος για τη χρησιμοποίηση ψευδωνύμου εκείνη την εποχή. Όμως ο Μέντης Μποσταντζόγλου χρησιμοποίησε και στα λίγα τραγούδια που έγραψε με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Μαρκόπουλο την συγκοπή του επωνύμου του, Μποστ, την οποία χρησιμοποιούσε σε όλες τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες. Προς το τέλος της δεκαετίας συναντάμε τον Μάνο Ελευθερίου να καταγράφεται στα ‘‘Τραγούδια του Αγώνα’’ του Μίκη Θεοδωράκη ως Ε.Ε. Τούτο προφανώς συνέβη επειδή ο δίσκος κυκλοφόρησε στο εξωτερικό και ο Ελευθερίου παρέμεινε εντός Ελλάδος επί χούντας, και έχει άμεση σχέση με το περιεχόμενο των στίχων, που μιλούν για βασανιστήρια, εξορίες και άλλα παρεμφερή θέματα. Για τον ίδιο μάλλον λόγο στην ‘‘Κατάσταση πολιορκίας’’ του ίδιου συνθέτη η Ρένα Χατζηδάκη καταγράφεται ως Μαρίνα. Και σ’ αυτές τις περιπτώσεις η αλήθεια αποκαταστάθηκε σε νεότερες εκδόσεις.
     
Στο λεγόμενο ‘‘Νέο Κύμα’’ συναντάμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Ο Γιώργος Παπαστεφάνου υπογράφει και κάποια τραγούδια ως Γιώργος Στεφάνου. Δεν γνωρίζω εάν αυτό γινόταν εκ παραλλήλου ή μόνο στα πρώτα του τραγούδια. Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στα πρώτα τραγούδια του - με τον Γιάννη Σπανό κυρίως, αλλά και κάποιους άλλους συνθέτες - χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα, όταν όμως λίγα χρόνια αργότερα συνεργάζεται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο χρησιμοποιεί αποκλειστικά το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Κ.Χ.Μύρης, το οποίο χρησιμοποιεί και στις μεταφράσεις του των έργων των μεγάλων τραγικών και άλλες του εργασίες. Επίσης, αν δεν έχω λάθος πληροφόρηση, εμφανίζεται με το όνομα της κόρης του Εύας και το επώνυμο Κυριαζή στον ‘‘Μορμόλη’’ που ανέβασε η Ξένια Καλογεροπούλου με μουσική επίσης του Γιάννη Σπανού.
     
Γύρω στο 1970 συναντάμε πολλές περιπτώσεις διαφορετικές μεταξύ τους ως προς τους λόγους και τα κίνητρα χρήσης των ψευδωνύμων. Επειδή δεν κατάφερα να τις ομαδοποιήσω με κάποιον τρόπο, τις αναφέρω χωρίς κάποια σειρά, πλην κάποιας προσπάθειας να υπάρχει χρονολογική διαδοχή. Ο Πυθαγόρας χρησιμοποιεί εξ αρχής μόνο το βαφτιστικό του, παραλείποντας το επώνυμό του, που ήταν Παπασταματίου.
Ο Απόστολος Καλδάρας, σε ελάχιστα πάντως τραγούδια και για άγνωστους σε μένα λόγους, εμφανίζεται με το όνομα της γυναίκας του Ε.Μαράβα ή Λούλας Αποστόλου. Εδώ εικάζω ότι οι στίχοι ανήκαν στον ίδιο. Είναι γνωστό από προφορικές μαρτυρίες ότι τους στίχους στο τραγούδι ‘‘Μέσα στο παλιό μου σπίτι’’ του Δήμου Μούτση έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις, οι οποίοι περιέργως αποδίδονται στον -τραγουδιστή- Γιάννη Πουλόπουλο, ενώ το τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Ο Γιάννης Λογοθέτης συνεργάζεται με τον Σταύρο Κουγιουμτζή σε τέσσερα τραγούδια ως Κ.Αθανασίου, λόγω του συμβολαίου του με άλλη εταιρία. Με τον ίδιο στιχουργό συμβαίνει και το εξής αξιοπερίεργο: στον δίσκο ‘‘Συνοικισμός Α’’ με μουσική του Δήμου Μούτση συμμετέχει γράφοντας τους στίχους επτά τραγουδιών. Τα τέσσερα από αυτά υπογράφει με το όνομά του και τα τραγουδάει η Βίκυ Μοσχολιού, ενώ τα άλλα τρία, που τα λέει ο Αντώνης Καλογιάννης, τα υπογράφει ως Γ.Μιχαηλίδης. Το περίεργο είναι ότι στον δίσκο που εκδόθηκε 27(!) χρόνια αργότερα και περιελάμβανε την ηχογράφηση συναυλίας του συνθέτη στο Ηρώδειο, εξακολουθεί να αναφέρεται με το ίδιο ψευδώνυμο. Ο Μάνος Ελευθερίου και πάλι υπογράφει ένα τραγούδι του Σταύρου Κουγιουμτζή ως Μ.Ταξείδης, ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε και στην επιμέλεια του βιβλίου με τους στίχους των τραγουδιών του Άκη Πάνου την οποία έκανε εργαζόμενος για τον εκδοτικό οίκο ‘‘Γνώση’’. Ο Άκος Δασκαλόπουλος υπογράφει επίσης τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή ως Μ.Κορφιάτης, ενώ το πρώτο του τραγούδι με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη και τίτλο ‘‘Μέσα στα μαύρα σου μαλλιά’’ κυκλοφόρησε το 1962 με το όνομα Χριστοφέλλης ή Χριστοφίλης, δε θυμάμαι ακριβώς και δεν έχω πρόσβαση σήμερα να το εξακριβώσω. Ακόμα εμφανίζεται με ένα τραγούδι ως Μ.Αμαριώτης ο ποιητής Μανώλης Αναγνωστάκης σε ένα δίσκο του 1983 με μουσική του Θέμη Ανδρεάδη.
     
Μία ειδική περίπτωση αποτελεί ο Γιώργος Καλαμαριώτης. Το ψευδώνυμο αυτό ανήκει στον δημοσιογράφο Γιώργο Μπέρτσο, που μαζί με τους Γιώργο Ρωμαίο και Γιάννη Βούλτεψη ήταν αυτοί που αποκάλυψαν το 1963 μέσω των εφημερίδων τους την σκευωρία στην υπόθεση της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Υποθέτω πως ο λόγος που χρησιμοποίησε ψευδώνυμο είναι ότι δεν ήθελε να συνδυάσει την ιδιότητα του δημοσιογράφου και την σχετική με αυτή αναγνωρισιμότητα του ονόματός του με την ιδιότητα του στιχουργού. Στην περίπτωση του υπάρχει και ένα άλλο πολύ σπάνιο γεγονός· εκτός από τα πρώτα του μεμονωμένα τραγούδια που τραγούδησε η Μαρίζα Κωχ, σε όλους τους άλλους δίσκους που συμμετείχε ήταν ο αποκλειστικός στιχουργός, συνεργαζόμενος με τους συνθέτες Αργύρη Κουνάδη, Γιώργο Μητσάκη, Μίμη Πλέσσα και Γρηγόρη Σουρμαϊδη.
     
Ας αναφέρω εδώ δύο ακόμα ειδικές περιπτώσεις. Στην πρώτη η ηθοποιός Μαρία Αλιφέρη (ψευδώνυμο) χρησιμοποιεί πριν γίνει ευρύτερα γνωστή το πραγματικό της επώνυμο Αλυφεροπούλου σε τραγούδια με τον Κώστα Χατζή. Στην δεύτερη ο Χρύσανθος Μουζακίτης ντύνει μουσικά έμμετρη σάτιρα που δημοσιευόταν στην πρώτη σελίδα του ‘‘Ριζοσπάστη’’ με το ψευδώνυμο ‘‘Ο Παλιός’’, το οποίο δεν γνωρίζω σε ποιον ανήκει.
     
Πλησιάζοντας στις μέρες μας, οι περιπτώσεις λιγοστεύουν. Φαντάζομαι ότι η δημοσιότητα έλκει περισσότερο τους δημιουργούς και ‘‘δημιουργούς’’, κι έτσι δεν ξέρω να αναφέρω πολλές περιπτώσεις. Ο Άλκης Αλκαίος εμφανίζεται με αυτό το όνομα χωρίς να ξέρουμε το πραγματικό του, γνωρίζουμε όμως ότι πρόκειται για ψευδώνυμο. Ο Κώστας Χατζηδουλής χρησιμοποιεί το Κ.Ερνάνης, αν και ελάχιστα, ενώ δεν ξέρω αν κάποιο από τα Αλ.Αλεξάνδρου και Θεόδωρος Ποάλας, τα οποία ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, είναι το αληθινό ή είναι και τα δύο ψευδώνυμα. Επίσης γνωστή είναι και η περίπτωση του Λουδοβίκου των Ανωγείων.
     
Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα φαινόμενο που νομίζω ότι αποτελεί σημείο των καιρών στο σημερινό τραγούδι, και δεν είναι άλλο από την εμφάνιση όχι μόνο στιχουργών, αλλά και συνθετών και τραγουδιστών μόνο με τα μικρά τους ονόματα (εζήλωσαν τάχα δόξαν Μελίνα ή Αλίκης, ή κάτι άλλο συμβαίνει που δεν πάει το μυαλό μου σ’ αυτό;). Περιπτώσεις όπως Φοίβος (η πιο γνωστή), Μαργαρίτα, Ναταλί, Άγγελος, Κοσμάς (αυτός μάλιστα στην αρχή εμφανιζόταν με πλήρη στοιχεία, αργότερα κατάργησε το επώνυμο) και άλλες που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν, αποτελούν πια συχνό φαινόμενο στο τραγούδι.
     
Τέλος, οφείλω να επισημάνω ότι ο λόγος που με κινεί να γράφω για όλα αυτά είναι ο παραγκωνισμός των ονομάτων, αλλά κυρίως του ρόλου των δημιουργών στο τραγούδι. Μπείτε σ’ ένα κατάστημα δίσκων και δείτε τις νέες κυκλοφορίες. Σε ελάχιστους δίσκους θα συναντήσουμε στο οπισθόφυλλο και σχεδόν ποτέ στο εξώφυλλο ονόματα συνθετών και στιχουργών. Και ας μην αναφερθώ στο μοντέρνο σπορ συγγραφής τραγουδιστικών πονημάτων από τους ίδιους τους τραγουδιστές. Σημεία των καιρών; Όχι μόνον. Αλλά επ’ αυτού θα επανέλθω.

ΥΓ. Όταν το κείμενο αυτό είχε δοθεί για δημοσίευση, επικοινώνησα με τον ιστορικό του ελληνικού τραγουδιού Κώστα Μυλωνά, ο οποίος με πληροφόρησε ότι στον χώρο του ελαφρού τραγουδιού, τον οποίον κατέχει απείρως καλύτερα από μένα, ψευδώνυμα χρησιμοποίησαν ο κονφερασιέ Φίλων Αρίας (πραγματικό επώνυμο Αριστόπουλος), ο Πωλ Μενεστρέλ, ιδίως σε αποδόσεις στα ελληνικά των στίχων από ξένες επιτυχίες και ο Πωλ Νορ. Λόγω άγνοιας, όπως προανέφερα, δεν μπορώ να επεκταθώ.

 Bio:
Ο Σπύρος Κουρκουνάκης γράφει τραγούδια, είναι υπεύθυνος της σειράς ‘‘Έλληνες στιχουργοί’’ των εκδόσεων ‘‘Παπαϊωάννου’’ και επιμελητής από το 1996 μουσικών παραστάσεων του σχήματος ‘‘Τα ετερώνυμα έλκονται’’ με θέμα το έργο των στιχουργών του ελληνικού τραγουδιού (Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Βίρβος, Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Μιχάλης Μπουρμπούλης κ.α.)

28 Μαρτίου 2011

Οι νέοι ποιητές της πιο σκληρής εποχής



Τριάντα δημιουργοί ηλικίας έως τριάντα ετών συναντιούνται 
στην ανθολογία που επιμελήθηκαν 
ο Γιώργος Μπλάνας και ο Ντίνος Σιώτης

Της Τιτικας Δημητρούλια

Είναι όλοι τους ώς τριάντα χρόνων. Κάποιοι έχουν μόλις κλείσει τα είκοσι. Οι περισσότεροι είναι πάνω από είκοσι πέντε. Κάποιοι κοντεύουν τα τριάντα και γράφουν απ’ τα είκοσι. Ολοι γράφουν ποίηση και μάλιστα κάμποσο καιρό τώρα. Σπουδάζοντας, κάνοντας μεταπτυχιακά, διδακτορικά, δουλεύοντας. Πολλοί ζουν στην Ελλάδα και αρκετοί εκτός. Κάποιοι εντός και εκτός. Οι περισσότεροι είναι Αθηναίοι στην καταγωγή και ζουν στο κλεινόν άστυ. Οι περισσότεροι είναι άντρες επίσης, οι γυναίκες είναι σχετικά λιγοστές – παρότι η δική μου αίσθηση είναι ότι οι νέες ποιήτριες είναι και πολύ περισσότερες. Πολλοί μεταφράζουν και είναι έντονη η επίδραση της αγγλοσαξονικής κουλτούρας, συγκαλύπτει σχεδόν τις άλλες, όπως συνέβαινε κάποτε με τη γαλλική. Ορισμένους τους ξέρουμε από τις πρώτες ανθολογίες των νεότερων ποιητών: τον Ζήση Αϊναλή, το Μιχάλη Παπαντωνόπουλο, την Εύη Μπούκλη, την Ελλη Παπαγεωργίου, τον Χάρη Ψαρρά, τον Νίκο Βιολάρη, τον Νικόλα Ευαντινό· από τη δίγλωσση, ελληνοαγγλική, ανθολογία «Hellenica: το καινούργιο εντός και πέραν της γλώσσας» (Γαβριηλίδης, 2009) που συγκέντρωσε το 2009 τους νέους ποιητές· και από τη γαλλική του Μισέλ Βόλκοβιτς «12 jeunes poetes» που εκδόθηκε το φθινόπωρο του 2010. Σήμερα, συναντιούνται όλοι στην ανθολογία που επιμελήθηκαν ο Γιώργος Μπλάνας και ο Ντίνος Σιώτης, «30 έως 30». Είναι τριάντα ποιητές ως τριάντα χρόνων και γράφουν στην πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας.

Το συνεχές της ποίησης

Τον Απρίλιο του 2008 κάναμε μια πρώτη καταγραφή του ποιητικού τοπίου των νεότερων στις ίδιες αυτές σελίδες της εφημερίδας (6.4.2008), μιλώντας εν θερμώ, με όλα τα ρίσκα που ενέχει κάτι τέτοιο. Είχαμε επίγνωση ότι όπως έλεγε κι ο Τέλλος Αγρας στο τέλος της εισαγωγής του στην ανθολογία «Οι νέοι»: «ο καιρός θα ξεχωρίση». Αυτός ο καιρός, με «τις ιδιότροπες παλιμβουλίες του» σίγουρα δεν έχει ακόμα αποφανθεί. Αλλά τα τρία αυτά χρόνια που περάσαν από τότε οι νέοι ποιητές, εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, σαραντάρηδες, συναντιόντουσαν μεταξύ τους και με τους πρεσβύτερους στα καφέ και στα μπαρ όπου διάβαζαν ποιήματά τους ή έκαναν ευφάνταστες περφόρμανς με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία. Συνέχισαν να φτιάχνουν τα δικά τους περιοδικά, το φρι-πρες ποιητικό σκεύος «Τεφλόν», το «Κουκούτσι» και άλλα πολλά. Μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια, όσο κι αν είναι λίγα, δεν δημιουργήθηκε στιγμή κενό, μια εντύπωση υποχώρησης της ποιητικής παραγωγής όπως στα μέσα της δεκαετίας του 1990, αντίθετα ήταν έντονη η αίσθηση ενός continuum, ενός συνεχούς ποιητικού, όπου δημιουργούν ποιητές με ελάχιστα κοινά και μεγάλες διαφορές.

Αυτό το συνεχές βεβαίως δεν μπορεί να αποτυπωθεί στην ολότητά του. Ο Ντίνος Σιώτης στην εισαγωγή του ανεβάζει τον αριθμό των νέων κάτω από 30 που γράφουν ποίηση στους 200 περίπου. Είναι βέβαιο ότι είναι ακόμη περισσότεροι, όπως πολλοί περισσότεροι είναι οι νέοι ποιητές άνω των τριάντα. Αρκεί να διαβάσει κανείς τα περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτιστικά, που διαρκώς πληθαίνουν, να αναζητήσει ομαδοποιήσεις, την «Ομάδα Από Ποίηση» (Γαβριηλίδης, 2010), το Poetry now, διακαλλιτεχνικές και περισσότερο θεωρητικές συσσωματώσεις σε νέους χώρους όπως το salon de vortex, που «σκοπεύει στην παρουσίαση και  ανάδειξη συλλογικοτήτων και συνεργασιών  από τον χώρο των εικαστικών της ποίησης και του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού  με επίκεντρο την αναπτυσσόμενη ανεξάρτητη σκηνή στην Ελλάδα του 21ου αιώνα». Είναι βέβαιο ότι το πεδίο είναι ευρύτατο και δύσκολα ορίζεται, περιγράφεται, καταγράφεται. Είναι όμως και ζωηρό και ζωντανό, κι αυτό μετράει.

Τα χαρακτηριστικά τους

Για να έρθουμε και στην ανθολογία τώρα, που επιβεβαιώνει αυτή τη ζωντάνια, αφού οι ανθολογίες πολλαπλασιάζονται όταν υπάρχει διακύβευμα, και για τριάντα ποιητές μαζί είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να μιλήσει κανείς. Μια δυσκολία που πρώτος την αντιμετώπισε ο Γιώργος Μπλάνας στην εισαγωγή του και ευφυώς την παρέκαμψε: δεν στάθηκε σε ονόματα, αλλά σε κάποια σημαίνοντα κοινά τους, εκ των οποίων και το εξής πολύ ενδιαφέρον: ότι όλοι τους δεν αρκούνται σε επιφανειακά μοντερνιστικά παιχνίδια, αρνούνται τον εύκολο φορμαλισμό, χαρακτηρίζονται από μια αφηγηματικότητα και αναζητούν «την ποίηση μέσα στη γλώσσα», το ποίημα που δεν θα μοιάζει με ποίημα αλλά θα είναι.

Η αλήθεια είναι ότι κρίση μπορεί κανείς να εκφέρει μόνο για τον καθένα ποιητή χωριστά, κι αυτή δεν μπορεί παρά να είναι σχετική, ειδικά για εκείνους που κάνουν πραγματικά τα πρώτα τους βήματα στον χώρο: αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, το στοίχημα δεν είναι αν οι νέοι αυτοί ποιητές θα συνεχίσουν να γράφουν ή όχι, αλλά ποια θα είναι η βαρύτητα του λόγου τους, πώς θα ριζώσουν στην εποχή, πώς θα συνδεθούν με τον κόσμο και με το μέλλον. Αυτό που πάντα μετράει δηλαδή και γι’ αυτό αξίζει να ανατρέχουμε στο παρελθόν. Διαβάζοντας τα περιεχόμενα της ανθολογίας του Αγρα, σχηματίζει κανείς μια ιδέα όχι για προσωπικές πορείες, αλλά για την πορεία των πραγμάτων. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται πόσο σημαντική είναι η κρίσιμη μάζα των ποιητών για την ανάδειξη της εξαίρεσης. Κι αυτή η κρίσιμη μάζα στα τέλη του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου σίγουρα διαμορφώνεται.

Στην ανθολογία αυτή, προφανώς κάποιες φωνές ξεχωρίζουν, κυρίως επειδή έχουν δουλέψει καιρό και έχουν διαμορφώσει ήδη μια ταυτότητα. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το πότε εξέδωσαν ποίηση, συνάγεται απ’ το ποίημα. Ο Γιώργος Μπλάνας λέει ότι στο σύνολό τους οι ποιητές κρύβουν ή αρνούνται τους προγόνους, τις επιδράσεις τους. Σ’ ένα βαθμό αυτό ισχύει κι όντως διαφοροποιούνται από λογιότερους λίγο μεγαλύτερούς τους ποιητές, τους τριάντα και κάτι, που εξαρχής δεν έκρυβαν τη συνομιλία τους με τους ομοτέχνους τους. Είμαι απόλυτα πεπεισμένη ότι η απουσία μιας τέτοιας συνομιλίας δεν οδηγεί πουθενά - το είδαμε στην πεζογραφία των νεοτέρων, το έλεγα και το 2008. Και δεν είμαι καθόλου βέβαιη ότι πρόκειται και στην προκειμένη περίπτωση για επιλογή και όχι για αδυναμία, ότι η άρνηση της επίδρασης είναι η κατάργηση του αναποτελεσματικού παλιού κι όχι μια έλλειψη που θεωρητικοποιείται. Ο Καρυωτάκης δεν έλεγε στα νιάτα του ότι δεν διαβάζει για να μην επηρεάζεται; Αλλά εντέλει διάβασε, πολύ. Νομίζω και κάποιοι από τους νεότατους αυτούς ποιητές διαβάζουν, από νεορομαντικούς ώς τον Σαχτούρη και τον Καρούζο κι από Ρεμπώ ώς τους εξομολογητικούς, τους μπητ, τους στίχους του ροκ και της ραπ, τον θεατρικό λόγο, επιλεκτικά μεταπολεμικούς και γενιά του ’70. Είναι οι πιο αναγνωρίσιμοι προς το παρόν, σε ένα φάσμα όπου η ψυχρότητα γειτνιάζει με τη θέρμη και τη φλόγα, η ομοιοκαταληξία με το πεζόμορφο ποίημα, η αυτοαναφορικότητα με την ενδοσκόπηση αλλά και τις απόπειρες χαρτογράφησης του κόσμου.

Για όλα ο καιρός θα δείξει. Το βέβαιο σήμερα είναι ότι το κοινό είναι λιγοστό κι επαναλαμβανόμενο στις περφόρμανς και στις εκδηλώσεις· ότι μέσα στην κρίση η έκδοση ποιητικού βιβλίου να δυσκολεύει και πάλι. Η αδιάλειπτη συνέχεια της ποίησης δείχνει την ίδια στιγμή τη σταθερότητά της ως συστήματος μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο.

Η ανθολογία αυτή δείχνει ότι οι νέοι ποιητές είναι εδώ κι έχουν μπροστά τους μια σκληρή εποχή. Ας συγκρατήσουμε τα ονόματά τους, ας ψάξουμε τα βιβλία τους και ας μείνουμε σε μια εκτίμηση για τα ποιητικά πράγματα στη χώρα μας που μας έρχεται από μακριά και μας δίνει μια άλλη αισιοδοξία: «Είν’ ευτυχείς οι Ελληνες ποιητές και δεν γνωρίζουν πόσο! Νομίζουν πως είναι παραγνωρισμένοι, περιφρονημένοι, αλλά τα πράγματα αλλού είν’ ακόμα χειρότερα. Η ποίηση στην Ελλάδα συνεχίζει σχετικά ν’ ανθίζει. Ανέκαθεν ήταν μια γλώσσα μητρική που τη μιλούσαν εντυπωσιακά πολλοί Ελληνες, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και συνθηκών. Συνεχίζουν να εκδίδονται μαζικά ποιητές, οι ποιητικές ιστοσελίδες πολλαπλασιάζονται, κι όσο για την πολυμορφία και την ποιότητα, διόλου δεν νομίζω ότι υστερούν» (Μισέλ Βόλκοβιτς στον πρόλογο της ανθολογίας του).

Οι 30 ποιητές που περιλαμβάνονται στην ανθολογία είναι οι εξής:

Δημήτρης Αθηνάκης, Ζ. Δ. Αϊναλής, Παναγιώτης Αρβανίτης, Κατερίνα Αυγέρη, Νίκος Βιολάρης, Γιάννης Γκιόκας, Αλέξανδρος Δαμουλιάνος, Νίκος Ερηνάκης, Νικόλας Ευαντινός, Βασίλης Ζηλάκος, Μαρία Κατσοπούλου, Ναταλία Κατσού, Στράτος Κοσσιώρης, Γιώργος Κουτούβελας, Χρίστος Κρεμνιώτης, Σωκράτης Μαρτίνης, Ανέστης Μελιδώνης, Εύη Μπούκλη, Νικόλας Νησίδης, Ευτυχία Παναγιώτου, Ελλη Παπαγεωργίου, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εφη Πυρπάσου, Θοδωρής Ρακόπουλος, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Ελένη Τζατζιμάκη, Χρήστος Τριανταφύλλου, Βασίλης Τσιρώνης, Πασχάλης Χριστοδουλίδης, Χάρης Ψαρράς.

*info: 
30 έως 30. Τριάντα ποιητές ώς τριάντα ετών. Ένα τοπίο της νέας ποίησης
Επιλογή: Γιώργος Μπλάνας, Ντίνος Σιώτης
εκδ. Κοινωνία των δεκάτων

*Πρώτη δημοσίευση Καθημερινή.

2 Μαρτίου 2011

Αδιαφήμιστο αίμα




Τον τελευταίο χρόνο το πρόσημο της αισιοδοξίας έχει αλλάξει δεκάδες φορές. Από την σωτηρία στην χρεοκοπία, μια Σύνοδος δρόμος. Συμφωνεί η Γερμανία, δεν συμφωνεί η Γερμανία, χαρές στις αγορές, μουτρωμένες οι αγορές, τρεις-τέσσερις λαοί της  Ευρώπης ξημερώνουν από την κόλαση στον παράδεισο, στην διαδρομή χάνονται άνθρωποι, κλείνουν σπίτια, σκοτώνονται ζωές, το πρωτάθλημα συνεχίζεται, η φτώχεια ανοίγει συνέχεια αντιπροσωπείες, το σεξ μετρημένο, γλυκά φυσάει ο μπάτης και το νερό γλυφό.

Από την βόρεια Αφρική έρχεται η κάπνα μιας φωτιάς που για μία ακόμη φορά δεν την προέβλεψαν οι αρμόδιες υπηρεσίες(...) και όλος ο γνώριμός σου κόσμος έχει τουμπάρει όταν συνειδητοποιείς πως η Αφρική κάνει επαναστάσεις χωρίς Αριστερά και η Ευρώπη έχει Αριστερά χωρίς επαναστάσεις. Τι διάολο; Ξεκουμπώθηκε η Ιστορία, είχαμε δύο τρία σιγουράκια που όποτε τα παίζαμε βγάζαμε ένα  μεροκαματάκι, τώρα όλοι στον κουβά! Ο τρίτος κόσμος -πετρελαιοπαραγωγός αλλά τρίτος- έχει ακόμη αποθέματα πείσματος να αλλάξει την ζωή του, να ονειρευτεί, να φάει σαν ζεστό ψωμί το σώμα του παλιού για να μεταβολίσει το καινούριο -καλύτερο, χειρότερο ποιος ξέρει- να γλύψει από τον πάτο του βάζου τις όποιες πιθανότητές του. Η Ευρώπη έχει την θεωρία. Κουρασμένη, μάλλον γερασμένη για να τρέχει στους δρόμους σαν επαναστατημένο νιάτο, θα τα λύσει όλα στις Συνόδους Κορυφής γιατί έτσι τα λύνουν οι δημοκρατίες. Εμείς τις επαναστάσεις μας τις κάναμε. Γαλλική, Διαφωτισμός, Ρωσική, και μία για να πάρουμε πίσω την Ρωσική... Άσε τους μαυρούκους Άραβες να ξεσηκώνονται για κάτι που εμείς το έχουμε κερδισμένο δεκαετίες. Είναι ένα κλικ πίσω μας. Όλες οι επαναστάσεις είναι ένα κλικ πίσω μας. Φρονιμέψαμε, δεν μας ψήνουν οι γαλιφιές των εξεγέρσεων -ξέρουμε πως όλες τους κατέληξαν να γίνουν εκείνο που πολέμησαν- είμαστε ώριμοι.

Έχουμε θεσμούς -οι περισσότεροι είναι θεόσταλτοι- και διαφυλάττουμε την νομιμότητα σαν δαρβινικό αξίωμα που απαγορεύεται να πειραχτεί, να αμφισβητηθεί. Τι κι αν το αίμα που έχει χυθεί στην Ευρώπη τον τελευταίο χρόνο κι αυτό που πρόκειται να χυθεί, βουβό, αδιαφήμιστο, ανεξέγερτο, σχεδόν ραγιάδικο, είναι ποτάμι μπροστά στις σπασμένες υδροροές της Λιβύης.

*Κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου 
που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο protagon.gr.

19 Οκτωβρίου 2010

Μην παίζεις με τα χώματα


Ταυτότητα
Τι  Μην παίζεις με τα χώματα | Πού  Studio Μαυρομιχάλη | Συγγραφέας  Στέλλα Βλαχογιάννη | Σκηνοθέτης  Σοφία Καραγιάννη-Υρώ Μιχαλακάκου | Ηθοποιοί  Ειρήνη Μουρελάτου, Θεοδώρα Σιάρκου, Σοφία Καραγιάννη  | Συντελεστές  Δραματουργική επεξεργασία: Σοφία Καραγιάννη, Διαμόρφωση σκηνικού χώρου: Νίκος Τσιάμης, Κοστούμια: Αγγελική Καραμούτσου, Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης, Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος, Επιμέλεια κίνησης: Χρήστος Παπαδόπουλος | Γιατί να πας  Γιατί είναι ευφυές, άμεσο, ειλικρινές, αστείο, συγκινητικό και πάνω απ’ όλα… ζωντανό! Η απώλεια γίνεται κινητήριος δύναμη για τις τρεις πρωταγωνίστριες του έργου, και τις οδηγεί σε ένα ταξίδι μνήμης. Ανασύρουν από το παρελθόν τις παιδικές και νεανικές τους εικόνες και ενώ τις κοιτάζουν βλέπουν το… παρόν τους! | Πότε  19 Οκτωβρίου 2010 | Μέχρι Πότε  13 Ιανουαρίου 2011 | Τι ώρα   Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη 21:15.  | Διάλειμμα  Όχι | Εισιτήρια  12 ευρώ | 

Μάθε πριν πας
Μιλάει για:  Tην ανάγκη αποδοχής του «πένθους», μέσα από τις προσωπικές ιστορίες τριών γυναικών που η καθεμία έρχεται αντιμέτωπη με μια απώλεια. 
Φράση - Κλειδί:  -«Τι θα γίνεις εσύ, παιδί μου, όταν μεγαλώσεις, φόνισσα»; -«Όχι, μαμά, ξένη». 
Το story:  Το «Μην παίζεις με τα χώματα» είναι η περιπλάνηση της ανθρώπινης αγωνιάς στο χρόνο. Είναι ένα δρομολόγιο με επιβάτες τρεις γυναίκες που διανύουν πολλά χιλιόμετρα μνήμης. Περνάνε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, από την εφηβεία στη νεότητα, από τη νεότητα στην ωριμότητα. Σε κάθε στάση αυτού του λεωφορείου ο θεατής βλέπει από τα τζάμια του ό, τι προλαβαίνει από τα σπαράγματα αυτών των γυναικών, μόνο που στο τέλος, αυτά τα τζαμιά καταλήγουν να είναι ο καθρέφτης του ίδιου μας του εαυτού. Επιβάτες αυτού του παράξενου λεωφορείου είναι μια κλοσάρ που θέλει πίσω τις ηλικίες της, μια γυναίκα που θάβει μαζί με τον αυτόχειρα αδερφό της και αλλά «οικογενειακά μέλη» και τέλος μια γυναίκα που βιάζεται να εκτελέσει μιαν επιβεβλημένη αποστολή. 
Βιογραφία του έργου:  Το έργο ανέβηκε, για λίγες παραστάσεις, στις 10 Μαρτίου 2010 στο θέατρο Βασιλάκου. Το κείμενο της παράστασης διαμορφώθηκε στη διάρκεια των προβών. Πιο συγκεκριμένα αποτελείται από τα μονόπρακτα «Ιδού Εγώ», «Αίμα», «Το Ταξίδι» καθώς και αποσπάσματα ραδιοφωνικού λόγου από το «Ιατρείον Ασμάτων» της Στέλλας Βλαχογιάννη. 
Παρασκήνιο:  Κάποια από τα κείμενα υπήρχαν στα συρτάρια της συγγραφέως και κάποια έγραψε ειδικά για την παράσταση.

Άποψη Συγγραφέα/ων:  Στέλλα Βλαχογιάννη: «Επίτρεψέ μου να σου πω την αλήθεια και να προφυλάξω τη φήμη και την αξιοπιστία του σάιτ. Είναι όλα ψέματα. Οι κυρίες της παράστασης “Μην παίζεις με τα χώματα” χρησιμοποίησαν το όνομά μου για να δώσουν διεθνές κύρος στις φαντασιώσεις τους. Ποιο έργο; Ποια παράσταση; Ποιες ηθοποιοί; Τίποτα δεν υπάρχει, όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα, μια πνοή. Πολύ θα ήθελαν να συμβαίνει αυτό που ισχυρίζονται αλλά…. ΔΕΝ συμβαίνει. Όσο για το περίφημο “Μην παίζεις με τα χώματα” που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στην τερατούπολή μας, δεν είναι παρά ο συντονισμένος ψίθυρος των γονιών μας -ζωντανών τε και τεθνεώτων- όταν γυρνάγαμε από το παιχνίδι μες στη λάσπη και τα αίματα. Αέρας δηλαδή. Άυλα πράματα. Για να καταλάβετε: Είναι σαν πέντε γυναίκες, μία στα Πετράλωνα, μία στον Γέρακα, μία στο κέντρο, μία στην Ηλιούπολη και μία στο Φάληρο να κοιμήθηκαν ένα βράδυ και να είδαν το ΙΔΙΟ όνειρο. Πως φτιάξανε, λέει, μια παράσταση, η μια έκανε τη συγγραφέα, οι άλλες τις ηθοποιούς, και πήγαινε κόσμος και τις έβλεπε κι έφευγε κλαίγοντας. Να μην τρώω τον πολύτιμο χώρο σας άλλο. Αν έβγαιναν τα όνειρα δεν θα ξυπνούσαμε κάθε πρωί ΧΩΡΙΣ να τινάζουμε από πάνω μας τα χώματα και δεν θα βγαίναμε σ’ έναν κόσμο πιο φιλικό ως προς τους χρήστες του; Έεεετσι!».

12 Οκτωβρίου 2010

Τα Ελληνικά Γράμματα δεν σιωπούν.


Ένα βίντεο για το λουκέτο του εκδοτικού οίκου "Ελληνικά Γράμματα", 
για την κρίση στο χώρο του βιβλίου, του τύπου
και του πολιτισμού μας. 

11 Σεπτεμβρίου 2010

Περί free downloading και κοινής λογικής





Του Αλέξη Βάκη

Πολύς θόρυβος έχει ξεσπάσει τελευταία, με αφορμή το κλείσιμο του διαδικτυακού κόμβου gamato.info, μέσω του οποίου χιλιάδες άνθρωποι, κυρίως νέοι, κατέβαζαν δωρεάν κινηματογραφικές ταινίες και δίσκους μουσικής. Η σύλληψη των διαχειριστών του κόμβου αυτού –οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι μερικές μέρες αργότερα– προκάλεσε αρκετές αντιδράσεις, έγιναν συγκεντρώσεις έξω από τη βουλή, κυκλοφόρησαν ανακοινώσεις συμπαράστασης από πολιτικά κόμματα, ενώ διάφορες ιντερνετικές σελίδες του τύπου «λευτεριά στα παιδιά του gamato» αριθμούν ήδη δεκάδες χιλιάδες μέλη. Χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για μια πρωτόγνωρη κατάσταση, με μια δυναμική μερίδα του πληθυσμού να επιμένει πως είναι «αναφαίρετο δικαίωμά της»(2) να κατεβάζει μουσική και ταινίες από το ίντερνετ, χωρίς να την απασχολούν δευτερεύουσες λεπτομέρειες, όπως η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τους δημιουργούς ή η απόδοση των –πνευματικών και άλλων– δικαιωμάτων που απορρέουν από τα έργα τέχνης. Στις παρακάτω γραμμές, λοιπόν, θα προσπαθήσω να κάνω σαφέστερο τι ακριβώς λένε –πέρα από τα συνθήματα– όσοι μιλάνε για free downloading (και μάλιστα χωρίς περιορισμούς), δηλώνοντας εξαρχής πως όσοι φωνάζουν περισσότερο δεν έχουν κατ’ ανάγκην και δίκιο.

Για να εξηγούμαστε
Πριν απ’ όλα, να ξεκαθαρίσω πως δεν προέρχομαι από κάποιον άλλο πλανήτη. Όπερ σημαίνει: κι εγώ έχω κατεβάσει κατά καιρούς δίσκους και ταινίες από το ίντερνετ. Ο λόγος ήταν απλός: βρήκα μπροστά μου τους δίσκους, τους λιμπίστηκα (ιδίως αυτούς που ήταν καταργημένοι και δεν μπορούσα να τους συναντήσω πια στο εμπόριο), είχα τη δυνατότητα να τους κατεβάσω εφόσον μου προσφέρονταν δωρεάν• και το έκανα. Όπως τα παλαιότερα χρόνια είχα αντιγράψει –καθώς όλοι μας άλλωστε– βινίλια σε κασέτες. Και ακόμα αντιγράφω σε φίλους, αν μου το ζητήσουν, δυσεύρετα cd που υπάρχουν στη συλλογή μου. Ποτέ μου όμως δεν θεώρησα πως αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να κυκλοφορεί η μουσική ανάμεσα σε αυτούς που την αγαπάνε, ούτε βέβαια πως το να κατεβάζω δίσκους από το διαδίκτυο είναι κεκτημένο μου δικαίωμα (άλλωστε σε αυτή την περίπτωση θα ήμουν υποχρεωμένος να απαντήσω και στην ερώτηση πότε κατακτήθηκε). Πόσω μάλλον αν αναλογιστώ τον αριθμό των 16.000.000 επισκέψεων που δεχόταν καθημερινά το gamato.info (3), ο οποίος με δυσκολεύει αφάνταστα να δεχθώ πως ο ιστότοπος αυτός ήταν κάτι σαν τον Ρομπέν των Δασών (που εν προκειμένω μοίραζε έργα τέχνης), ιδίως όταν μαθαίνω πως αυτοί που τον διαχειρίζονταν εισέπρατταν χρήματα από διαφημίσεις, έτσι ώστε «να βγαίνουν τα έξοδά του».

Μπαίνοντας πάντως στις ηλεκτρονικές σελίδες των υπερασπιστών του free downloading, διαπίστωσα πως η φανατίλα που υπάρχει εκεί είναι ανεξέλεγκτη. Μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον, αυτό μπορώ να το κατανοήσω: διότι, όταν όλα γύρω σου συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η τέχνη είναι ευτελούς αξίας (μια ματιά στους πάγκους με τις κυριακάτικες εφημερίδες θα σας πείσει επ’ αυτού), μετά δεν δέχεσαι αδιαμαρτύρητα να σου πάρουν πίσω το παιχνίδι σου. Υπ’ αυτή την έννοια, φαντάζει μάλλον φυσιολογικό να ακούς σε τέτοιους χώρους επιχειρήματα της κατηγορίας «αφήνουν έξω όλους τους πολιτικούς και τους κλέφτες και κλείνουν μέσα τα παιδιά του gamato». (4) Είναι όμως θλιβερό να ακούς, όχι από οργισμένους πιτσιρικάδες, αλλά από πολιτικά κόμματα, και μάλιστα της Αριστεράς, κορόνες σαν την παρακάτω: «Την επόμενη φορά που η αστυνομία θα δώσει παράσταση με εφόδους σε σπίτια, συλλήψεις και κατασχέσεις σκληρών δίσκων, σαν να κυνηγά τρομοκρατική οργάνωση, καλό θα είναι να αφορά τη διαλεύκανση υποθέσεων αποδεδειγμένης εξαπάτησης του ελληνικού λαού, όπως η Ζίμενς ή το Βατοπέδι, και όχι ο διαμοιρασμός αρχείων από χρήστες του διαδικτύου». (5) Διότι αντιλαμβάνεσαι πως ο λαϊκισμός, δηλαδή η κολακεία των αυτιών των πολλών, είναι πλέον παντοδύναμος και ευδοκιμεί παντού.

Πέντε-πέντε δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά (6)
Για να πάρω τα πράγματα από τη αρχή, τα βασικά επιχειρήματα όσων απαιτούν δωρεάν μουσική και ταινίες μέσω του ίντερνετ είναι κυρίως δύο:
Α. Τα cd και τα dvd είναι πολύ ακριβά, έτσι οι μη έχοντες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά.
Θα αντιπαρέλθω κατ’ αρχήν την επωδό περί της «μη προσβασιμότητας» στα έργα τέχνης στις μέρες μας, αναλογιζόμενος απλώς τι συνέβαινε μερικά χρόνια πιο πριν (για να μην πάω, ας πούμε, στην προπολεμική εποχή, όπου το να δεις μια ταινία ή να ακούσεις ένα μουσικό έργο ήταν κάτι που δεν μπορούσες να κάνεις σε καθημερινή βάση, χωρίς βεβαίως να συνυπολογίσω την προσφερόμενη ποικιλία). Και θεωρώ βαθιά υποκριτικό το να απαιτεί κάποιος δωρεάν μουσική και ταινίες, επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν έχει χρήματα, τη στιγμή που δεν ζητεί τίποτε ανάλογο από τη σημερινή κοινωνία. Εκτός φυσικά αν κάποιος από τους λεβέντες που κραυγάζουν «λευτεριά στο gamato» μάς πει ότι, για παράδειγμα, τα φάρμακα (ή τα είδη διατροφής, τα ρούχα κ.ο.κ.) δεν είναι ακριβά στην Ελλάδα και ως εκ τούτου δεν συντρέχει λόγος επαναστατικής «απαλλοτρίωσής» τους.
Δεν έχω πάντως κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ πως οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες έσκαψαν μόνες τους το λάκκο στον οποίο έπεσαν, κρατώντας σε απαράδεκτα υψηλές τιμές δίσκους που είχαν πρωτοκυκλοφορήσει πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια, που είχαν δηλαδή αποσβέσει πολλάκις το κόστος παραγωγής τους. Όταν όμως σήμερα η δισκογραφία κρατιέται κυρίως χάρη στην «αγάπη για τη φανέλα» όσων εξακολουθούν να επενδύουν σε αυτήν, εκ των οποίων οι περισσότεροι ανήκουν στο χώρο της ανεξάρτητης παραγωγής και εσύ δεν το βλέπεις, επιμένοντας σε μια πολεμική σαν να έχεις μπροστά σου τις πολυεθνικές του ’80, είσαι απλώς εκτός πραγματικότητας. Διότι οι μεν μεγάλες εταιρείες θα απομακρυνθούν εγκαίρως από τον ζημιογόνο τομέα (οι πιο πολλές το έχουν κάνει ήδη), όμως η μαύρη τρύπα που θα μείνει στην καθεαυτό μουσική υπόθεση είναι ανυπολόγιστη. Να το πω και αλλιώς: αν μια μουσική εργασία, η οποία απαιτεί μεγάλη ορχήστρα, δεν φέρει πίσω τα χρήματα που δαπανήθηκαν γι’ αυτήν, τότε κανείς δεν θα χρηματοδοτήσει ξανά στο μέλλον μια ακριβή παραγωγή. Κάτι που δεν φαίνεται να απασχολεί τους φωνασκούντες, οι οποίοι για το μόνο που δείχνουν να καίγονται είναι αν θα μπορούν να την κατεβάσουν δωρεάν από το ίντερνετ (ακόμα και αν δεν την ακούσουν ποτέ), χωρίς να ενδιαφέρονται για τα υπόλοιπα.
Προκαλεί επίσης μεγάλη κατάπληξη το γεγονός πως, όταν η κουβέντα έρχεται στα διαφυγόντα –λόγω free downloading– δικαιώματα, αυτά είναι μόνον τα δικαιώματα των δισκογραφικών εταιρειών, τις οποίες κανείς δεν λυπάται, διότι επί δεκαετίες ρουφούσαν το αίμα του λαού κ.λπ. κ.λπ. Λες και κανείς δεν άκουσε πως υπάρχουν και οι δημιουργοί στην υπόθεση. Ή, ακόμα χειρότερα, σαν αυτοί να μην έχουν κανένα –υλικό, αλλά και ηθικό– δικαίωμα πάνω στο ίδιο τους το έργο. Όμως επ’ αυτού θα επανέλθω.

Ήξεις αφήξεις ου θνήξεις εν πολέμω
Το δεύτερο επιχείρημα είναι ακόμα εντυπωσιακότερο. Διότι προσπαθεί να μας πείσει πως
Β1. Οι ιστοσελίδες διαμοιρασμού δεν διαπράττουν παρανομία, εφόσον δεν διακινούν οι ίδιες αρχεία, απλώς επιτρέπουν σε κάποιον χρήστη να εισέλθει στους υπολογιστές άλλων χρηστών και να αντιγράψει αρχεία από εκεί.
Για να καταλήξει στο ρεφρέν, που ισχυρίζεται πως:
Β2. Η τεχνολογία δεν ποινικοποιείται.

Ας δούμε όμως πως λειτουργεί –σύμφωνα με στους θιασώτες του free downloading– μια ιστοσελίδα διαμοιρασμού: «Ο χρήστης ανεβάζει στην ιστοσελίδα ένα αρχείο torrent, το οποίο δεν περιέχει τραγούδια, ταινίες κ.λπ., αλλά είναι ένα μικρό αρχείο-κλειδί, το οποίο επιτρέπει στο χρήστη να εισέλθει στους υπολογιστές όσων άλλων χρηστών το έχουν, και να αντιγράψει κάποια αρχεία. Είναι δηλαδή σαν να αφήνει κάποιος έξω από την πόρτα του ένα cd μουσικής, επιτρέποντας –σε όσους θέλουν– να το αντιγράψουν. Με λίγα λόγια, η ιστοσελίδα διαμοιρασμού δεν περιέχει παράνομο υλικό και οι διαχειριστές της περιορίζονται στην παροχή αυτής της υπηρεσίας». (7)
Αυτό όμως σημαίνει πως αν κάποιος άφηνε έξω από την πόρτα του, για παράδειγμα, ένα dvd με παιδοφιλικό περιεχόμενο, και πάλι ούτε γάτα ούτε ζημιά κατά το συγγραφέα. Διότι η ευθύνη θα βάρυνε εκείνον που αντέγραψε το dvd και όχι αυτόν που το άφησε. Κάτι που φαίνεται ανάγλυφα στην αμέσως επόμενη παράγραφο, όπου υπεισέρχεται και ολίγη από τη –ναζιστική– θεωρία περί συλλογικής ευθύνης. Θαυμάστε: «Στην πραγματικότητα, λοιπόν, δεν είναι οι διαχειριστές του gamato.info οι παράνομοι, που στο κάτω κάτω δεν αποκόμισαν μεγάλα (sic) χρηματικά κέρδη, αλλά οι 850.000 χρήστες του. Όλοι εμείς που έστω και μια φορά έχουμε κατεβάσει ένα αρχείο μουσικής ή μια ταινία, χωρίς να πληρώσουμε, που αντιγράφουμε τα cd που δανειζόμαστε ή αντιγράφουμε πάνω από δύο φορές cd που έχουμε αγοράσει οι ίδιοι για τον εαυτό μας». (8)
Και μετά λέμε για στους παπάδες, που απλώς βάφτισαν το κρέας ψάρι και –πίστεψαν ότι– καθάρισαν. Όσο για την τεχνολογία, η οποία «δεν ποινικοποιείται», πολύ θα ήθελα να δω όσους ξεφουρνίζουν στα σοβαρά κάτι τέτοιο να ανακαλύπτουν πως κάποιος, ελέω τεχνολογίας, παρακολουθεί όλα όσα διαμείβονται στην κρεβατοκάμαρά στους. Πόσο άνετοι θα ήταν άραγε τότε; Εκτός αν κάτι τέτοιο τούς φαίνεται πια τόσο απίθανο στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε….

Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά πέσαν επάνω στην εργατιά (9)
Θα παρατηρήσατε ενδεχομένως πως μίλησα ελάχιστα ως τώρα για να υπερασπιστώ τα δικαιώματα των δημιουργών πάνω στο έργο τους. Δικαιώματα που, τουλάχιστον σύμφωνα με τον υπάρχοντα νόμο 2121 του 1993, είναι διπλής μορφής: το δικαίωμα της εκμετάλλευσης του έργου τους (περιουσιακό δικαίωμα), αλλά και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Αλλά επ’ αυτού είναι αρμοδιότερος να μιλήσει ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος, πρόεδρος του ιστορικού σωματείου της ΕΜΣΕ (Ένωσης Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδας), του μόνου ενεργού σωματείου των δημιουργών της μουσικής και του τραγουδιού που υπάρχει σήμερα:
«Το πνευματικό δικαίωμα είναι εργασιακό δικαίωμα και κατάκτηση των αγώνων των δημιουργών. Δεν μπορεί κανείς να το απεμπολήσει εξ ονόματος οποιασδήποτε δήθεν “ελευθερίας της επικοινωνίας ή της πρόσβασης”, γιατί είναι το ίδιο σαν να θέλεις να καταργήσεις το οκτάωρο του εργαζομένου εξ ονόματος της ελευθερίας του εργοδότη ή του πελάτη. Είναι επίσης και ατομικό δικαίωμα που δεν μπορείς να το καταργήσεις εξ ονόματος της απαίτησης των πολλών, γιατί θα ήταν το ίδιο σαν να αποφάσιζε η πλειοψηφία να φυλακίζει τους ξένους ή τους ομοφυλόφιλους, επειδή έτσι της αρέσει. Μ’ άλλα λόγια, το πνευματικό δικαίωμα είναι ανθρώπινο δικαίωμα, παγκόσμια κατοχυρωμένο, ανεξαρτήτως της βούλησης της πλειοψηφίας.
»Ο δημιουργός (συνθέτης, ποιητής) πρέπει να μπορεί να ζει από τα πνευματικά του δικαιώματα και μόνο. Θέλετε σώνει και καλά να υποχρεωθεί να γίνει μέρος της κοινωνίας του θεάματος και να υποδύεται τον σόουμαν σε παραστάσεις και σε κέντρα διασκέδασης ή να πουλάει μπλουζάκια με το όνομά του στις συναυλίες, προκειμένου να βγάζει ένα μεροκάματο;». (10)
Στο ίδιο ερώτημα, αν δηλαδή η τέχνη είναι ταυτόχρονα και βιοπορισμός για τους δημιουργούς της ή –διαφορετικά– πώς θα ζήσουν οι καλλιτέχνες αν όχι από το έργο τους, έχει ήδη απαντήσει και ο αείμνηστος Γιώργος Κουμάντος, από τους πρωτοπόρους σε πανευρωπαϊκό επίπεδο νομικούς σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας: «Οι δικαιούχοι πρέπει να απολαμβάνουν τους καρπούς της πνευματικής τους δημιουργίας, τη μόνη παραδεκτή μέθοδο χρηματοδότησης της πνευματικής δημιουργίας».

Το τραγούδι των Σειρήνων
Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλα όσα συμβαίνουν σήμερα δεν απέχουν πολύ από την προ 25ετίας κατάσταση, όταν το αίτημα για «ελεύθερη» ραδιοφωνία ήταν κυρίαρχο. Το μονοπώλιο της κρατικής ραδιοφωνίας δεν ήταν βέβαια δυνατόν να παραμείνει επ’ άπειρον. Όμως αυτό που ονειρευόμασταν τότε, να δούμε δηλαδή να ξεφυτρώνουν ραδιόφωνα με φαντασία και μεράκι, πέρα από πολιτικοοικονομικές εξουσίες και συμφέροντα, δεν συνέβη ποτέ. Αντ’ αυτού, φεσωθήκαμε και όλα τα ραδιόφωνα των κεφαλαιοκρατικών τραστ, τα οποία με τα χρόνια ομογενοποιήθηκαν σε αυτό το lifestyle –και απολύτως κατευθυνόμενο–ραδιόφωνο που ξέρουμε. Το οποίο ποτέ κανείς ξανά δεν αποκάλεσε (και δικαίως) «ελεύθερη», παρά μόνον «ιδιωτική» ραδιοφωνία. Έχοντας λοιπόν ζήσει το κλίμα εκείνων των ημερών και βιώσει την πλήρη διάψευση των προσδοκιών, δεν θα επιθυμούσα να δω την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Στη θέση δηλαδή των –μάλλον αφελών, ας μου επιτρέψουν την έκφραση– νεαρών του gamato.info, να βρεθούν να διαχειρίζονται τα εκατομμύρια αρχεία της εικόνας και του ήχου (έχοντας μάλιστα ξεμπερδέψει με τις όποιες αντιστάσεις των δημιουργών) ιντερνετικοί κολοσσοί σαν το google ή το yahoo. Έχετε καμιά αμφιβολία ότι προς τα κει πάνε τα πράγματα τελικά;


Παραπομπές:

(1) Τι είναι η πατρίδα μας; ποίημα του Ιωάννη Πολέμη
(2) Το αναφαίρετο δικαίωμα του διαμοιρασμού, άρθρο του Π. Θερμογιάννη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή της 21ης Μαρτίου 2010
(3) Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής
(4) http://www.facebook.com/profile.php?ref=profile&id=1055847340#!/pages/Lefteria-Sta-Paidia-Tou-Gamatoinfo/353561824683?ref=ts
(5) Ανακοίνωση του γραφείου τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, 18 Μαρτίου 2010
(6) Μίκης Θεοδωράκης: Βάρκα στο γιαλό
(7) Π. Θερμογιάννης, ο.π.
(8) Π. Θερμογιάννης, ο.π.
(9) Παλιό διεθνές εργατικό τραγούδι
(10) Επιστολή του Γιάννη Γλέζου προς τα πολιτικά κόμματα, 23 Μαρτίου 2010





*Πρώτη δημοσίευση, Δίφωνο,

Μάιος 2010. 

Camly - A Responsive Blogger Theme, Lets Take your blog to the next level.

This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself.


This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself or your site so readers know where you are coming from. Find out more...


Following are the some of the Advantages of Opt-in Form :-

  • Easy to Setup and use.
  • It Can Generate more email subscribers.
  • It’s beautiful on every screen size (try resizing your browser!)
Subscribe Via Email

Subscribe to our newsletter to get the latest updates to your inbox. ;-)

Your email address is safe with us!