Translate

17 Δεκεμβρίου 2010

Έξι έλληνες ηθοποιοί μάς μιλούν για το αγαπημένο τους soundrack


Τους συναντήσαμε σε μέρη πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, από το σπίτι και τον προσωπικό τους χώρο, μέχρι ραδιοφωνικούς σταθμούς κι αγαπημένα στέκια. Όλοι τους, ένας προς έναν, τρέφουν δύο παράλληλες αγάπες: μία μεγάλη για τον κινηματογράφο και μία τη μουσική. Όταν οι δύο αυτοί κόσμοι αποφασίζουν να μπει  ο ένας στα χωράφια τού άλλου, ένα soundtrack γεννιέται. Οι φωτογραφίες είναι της Έφης Παναγιωτοπούλου


Μέμος Μπεγνής

Το αγαπημένο μου soundtrack βγαίνει μέσα από μια ταινία που με έχει σημαδέψει. Μια ταινία γεμάτη συναίσθημα και νοσταλγία, με μουσική γραμμένη από έναν από τους μεγαλύτερους κινηματογραφικούς συνθέτες του αιώνα. Πρόκειται για το Cinema Paradiso (Σινεμά ο Παράδεισος) του Giuseppe Tornatore και ο συνθέτης είναι ο μόνιμος πια συνεργάτης του, ο Ennio Morricone. Είναι πολύ φτωχές οι λέξεις για να περιγράψω αυτά που νιώθω όταν βλέπω αυτή την ταινία σε συνδυασμό με τη μουσική. Ίσως είναι απ τις ελάχιστες φορές που η ταινία είναι η μουσική της και η μουσική της η ίδια η ταινία. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ άλλη επένδυση στην εικόνα του Tornatore. Ο τρόπος που έχει γραφτεί η μουσική περιέχει τα πάντα. Συναίσθημα, νοσταλγία, έρωτα, εφηβεία... έχει μυρωδιές παιδικότητας, χαμένης αθωότητας, συγκίνησης, αναπόλησης πραγμάτων που έχουν χαθεί και ποτέ δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε... Σε ταξιδεύει, σε αγγίζει βαθειά, σε συγκινεί χωρίς όμως να γίνεται ούτε πομπώδης, ούτε μελό αλλά και χωρίς ίχνος επίδειξης δεξιοτεχνίας. Είναι από τις λίγες φορές που μια κινηματογραφική μουσική απομονωμένη από την εικόνα μπορεί να σταθεί από μόνη της και ακούγοντας την κάποιος να αισθανθεί όλα όσα θέλει να μας μεταδώσει ο σκηνοθέτης. Και όταν μια μουσική δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα έχει πετύχει τον στόχο της. Όταν λοιπόν σκέφτομαι και αναπολώ τα παιδικά μου χρόνια και τις στιγμές που έχασα, τα χρόνια της παιδικής μου αθωότητας, τότε που ήμουν ανέμελος μην ξέροντας ότι είμαι ευτυχισμένος, το μυαλό μου πάει σ’ αυτό το πανέμορφο χωριό της Σικελίας, και μέσα από τα μάτια του Tornatore και τη μουσική τού Morricone, ταξιδεύω έχοντας την ψευδαίσθηση ότι είμαι ακόμα παιδί.


Μαρία Κωνσταντάκη

Μέσα Ιουλίου .Κηφισίας. Γυρω στις 3  το μεσημέρι. Και  δεν κουνιέται τίποτα. Ούτε φύλλο, ούτε αμάξι. Σε πιάνουν τα νεύρα σου. Γιατί δεν πήρες  η ηλίθια το μηχανάκι; Βάζεις  λιπ  γκλος. Το τρως. Τρως τα νύχια σου. Το Cique  σου του  ‘92 αγκομαχάει . Εννοείται ότι δεν έχεις air condition. Πίνεις  νερό. Είναι σχεδόν βραστό. Γαμώτο. Και το ραδιόφωνο κάνει παράσιτα. Ψάχνεις cd. Μaraveyas illegal, Μamma Μia. Romeo and Julie. Οπα! Εδώ είμαστε...μάλλον. Μήπως αυτό χρειάζεσαι; Μήπως τα περίλυπα γαλανά μάτια του Λεονάρντο όταν ανακαλύπτει ότι το αντικείμενο του ερωτά του είναι ο εχθρός; Is she a capulet? Και στο βάθος η Des’ ree να τραγουδάει. Touch me deep, pure and  true, gift to me forever cause I m kissing you…! Και τελείως μαγικά η Κηφισίας   να φεύγει απ το οπτικό σου πεδίο, ο ιδρώτας να εξατμίζεται και  ο  Romeo  του Lurman να αλλάζει πρόσωπο με το δικό σου  Romeo και συ να αλλάζεις πρόσωπο με την Clare Danes και να εύχεσαι τα πράγματα να ήταν  αλλιώς κι o Romeo να μην ήταν   τόσο μελαγχολικός  λίγο πριν μάθει τα λάθος νέα για την αγαπημένη του, την ώρα που οι Radiohead τραγουδούσαν  «You want me?» Fucking well come and find me ,I'll be waiting,  With a gun and a pack of sandwiches (Talk Show host)  και μετά βάλε να παίξει το «You and Me song»  από the Wannadies γιατί κάπου πρέπει να υπάρχει και λιγο φως  ..you and me always and forever και μετά  τους  Garbage με το «1#Crush» I would die for you… και τους Μundy  θέλω, kiss me and kiss me till I m dead (Το you I bestow)  γιατί ο έρωτας κι ο θάνατος πάνε παρέα  και μην ξεχάσεις  το «Everybody’s free (to feel good )» απ τον Quinton Tarver γιατί όλοι θα έπρεπε να είναι ελεύθεροι να νιώθουν καλά ειδικά όταν είναι κολλημένοι στην Κηφισίας και δεν βλέπουν πουθενά μία έξοδο διαφυγής. Έξοδος διαφυγής; Που είναι το «exit  music (for  a film)» των  Radiohead; Mε αυτό δεν τελείωνε η ταινία; Να πάρει ο διάολος. Δεν υπάρχει τέλειο soundtrack… Δε βαριέσαι…we hope that you choke ,that you choke….


Δημήτρης Κουρούμπαλης

Δυσκολεύτηκα πολύ να διαλέξω, μα όταν κατέληξα επιτέλους κατάλαβα πως επιλέγω σαν καλλιτέχνης περισσότερο παρά σαν ακροατής. Επικράτησε η μουσική της ταινίας Θάνατος στην Βενετία. Φιλμ του 1971, βασισμένο σε ένα διήγημα του 1912, με μουσική γραμμένη το 1901• και παλιότερα. Η μουσική στον κινηματογράφο είναι η γέφυρα που συνδέει την εικόνα με το συναίσθημα που καλλιεργείται στο θεατή. Η ταινία του Visconti φαίνεται να κυνηγάει την ομορφιά των εικόνων με πάθος• από γραφής ήδη το διήγημα παραδέχεται την μεγάλη αδυναμία στη φόρμα και την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της ομορφιάς πάνω σε κάθε νόημα, και σ’ όποιο ατράνταχτο επιχείρημα χρησιμοποιείται για την δύναμη της τέχνης και του καλλιτέχνη ως δημιουργού, αντιπαρατίθεται η μαγευτική εικόνα του αιώνιου κάλλους. Ο σκηνοθέτης με σεβασμό στον Thomas Mann γεννά τις φιγούρες τους δράματός σαν να ήταν δικές του: ο Άσσενμπαχ, ο Τάτζιο, η αριστοκρατική βόρεια μητέρα του ενσαρκώνουν τις έννοιες που υπηρετούν χωρίς να κομπιάζουν καθόλου. Η Βενετία πεθαίνει και οι χολερικοί καπνοί της φωτιάς τραβούν την γραμμή της ύπαρξης, υπογραμμίζοντας την αθάνατη ομορφιά. Το παρόν που δεν φθείρεται. Κι η μουσική… Πόσο δυνατή είναι η μουσική όταν δεν έχει δει κανείς την ταινία. Πόσο σπουδαία κατορθώνει ο Mahler να ταξιδέψει τον ακροατή σε μια μεγαλειότητα συναισθήματος που συγκρίνεται μόνο με αυτήν που εμπνέει η φύση. Οι ήχοι του είναι τόσο απτοί από την ανθρώπινη ψυχή που θαρρείς πως γεννιούνται από μέσα της, ξεφυτρώνουν ήπια συνδεμένοι με την κίνησή της και δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι βλέπει το φως πρώτα, το ερέθισμα ή η έκφραση. Κι αισθάνεσαι πως περιίπτασαι. Κι αφού δεις την ταινία το συναίσθημα αυτό μεγαλύνεται και κυριαρχεί. Οι ήχοι συνδέονται άρρηκτα με τις εικόνες, το συναίσθημα ακολουθεί μια συναστρία καλλιτεχνικού οράματος: η λογοτεχνία φωτίζεται από τον κινηματογράφο, το φιλμ βρίσκει το λεξιλόγιό του στη μουσική κι ο θεατής συνειδητοποιεί πως οι αισθήσεις του πληρούνται συνολικά και με τέλειο τρόπο• το έργο τέχνης θριαμβεύει.


Ιζαμπέλα Κογεβίνα

Ένα από τα αγαπημένα μου soundtrack διαχρονικά είναι η μουσική τού Henry Mancini για την ταινία The Party. Πρόκειται για ένα film τού Blake Edwards' με πρωταγωνιστή τον Peter Sellers σε μία ερμηνεία σταθμό, τόσο για το σινεμά όσο και για τον ίδιο. Με τη μουσική τής ταινίας ενθουσιάστηκα από την πρώτη στιγμή, γιατί συνδυάζει στοιχεία τζάζ με μπόσσα νόβα. Θυμάμαι πως την είχα δει πολύ μικρή στο σινεμά, κάπου στα οκτώ μου χρόνια. Βέβαια τα σημεία που με έκαναν να γελάω τότε είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα με τα οποία θα γελάσω σήμερα πράγμα που με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι είναι μια ταινία που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες και όλα τα γούστα. Προς το τέλος υπάρχει ένα τραγούδι το οποίο δυστυχώς δεν περιέχεται μέσα στο cd, όπου τραγουδάει μια κοπέλα παίζοντας κιθάρα• το έχω ψάξει επανειλημμένα αλλά δεν έχω καταφέρει να το βρω. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω επιλέξει να ακούσω το soundtrack χωρίς την εικόνα του. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν βρίσκομαι στο σπίτι και θέλω να ακούσω κάτι όχι πολύ γρήγορο, αλλά κεφάτο και ατμοσφαιρικό, καθώς και όταν βρίσκομαι σε μια διάθεση δημιουργική. Έχω την αίσθηση ότι μέσα από τις μελωδίες αυτές διευρύνεται η φαντασία μου. Είναι μια μουσική που μπορεί να σταθεί και στο σήμερα. Γενικά η τζαζ και η κλασσική μουσική, παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος είναι γραμμένο σε άλλες εποχές και καταστάσεις, είναι αρκετά σύγχρονες. Μπορώ να φανταστώ ανθρώπους να ακούν τη μουσική του The Party πίνοντας ένα ποτήρι κρασί σε ένα ήσυχο μέρος: ένα καφέ, ένα μικρό μπαρ σαν τα πολλά που υπάρχουν στην πόλη μας όπου καταφεύγει κανείς για να συζητήσει.


Πυγμαλίων Δαδακαρίδης

Πέρα από το κείμενο, τις ερμηνείες και τη σκηνοθεσία, οδηγός για μια ταινία είναι η μουσική ή η σιωπή της. Αγαπημένα soundtrack έχω πάρα πολλά, αλλά προτιμώ κατά κύριο λόγο εκείνα που δεν έχουν πολλά λόγια, τα ορχηστρικά κι αυτό γιατί η ίδια η ταινία είναι εκείνη που καλύπτει την ανάγκη για όλα τα υπόλοιπα. Τα αγαπημένα μου soundtrack είναι δύο και δυστυχώς δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Το ένα είναι ο «Πόλεμος των άστρων», η πρώτη ταινία. Είναι από τα φιλμ που βλέπω συνέχεια, ένα παραμύθι που χτίστηκε στο πλαίσιο της αιώνιας πάλης του καλού και του κακού και αφορά τους πάντες, μικρούς και μεγάλους. Προσωπικά η συγκεκριμένη ταινία και κατ’ επέκταση η μουσική της, με συνδέει με την βαθειά παιδικότητά που κουβαλάω. Δεν θα έλεγα ότι τα πάω και ιδιαίτερα καλά με τον ενήλικα εαυτό μου, όταν σκέφτομαι κατ’ αυτό τον τρόπο χάνω κάπως την ισορροπία μου. Σχετικά με τη μουσική αυτή καθ’ αυτή, ακόμα και ο τρόπος που ξεκινάει, που ενώ υπάρχει ένα μαύρο πλάνο, μπαίνει απότομα η μουσική και βάζει το θεατή κατευθείαν στο νόημα κι εμένα μου ξυπνά μνήμες: ένα παλιό σινεμά, τη μάνα μου να με κρατάει από το χέρι, εμένα να κρατάω τα σύρματα κάτω από την καρέκλα με την αγωνία για την εξέλιξη του έργου. Πρωτόγνωρα συναισθήματα που ήταν πολύ αγνά, δεν ήταν αλλοιωμένα κάτω από φόβους και ανασφάλειες που έχουμε όταν μεγαλώνουμε. Μέσα μου φυλάσσεται ως «το χαμένο μου παιδί». Στον αντίποδα όλου αυτού του βιώματος βρίσκεται το soundrack της ταινίας «Νονός» το οποίο περιέχει τα πάντα. Του έχω δώσει μέσα μου τον τίτλο «τανγκοβάλς», μια δική μου επινόηση, γιατί έχει χαρακτηριστικά και από τους δύο χορούς: ακραία δυναμικό και παράλληλα ακραία ήρεμο.  Κι επειδή προέρχεται από την Ιταλία, μια χώρα πολύ γειτονική μας, νιώθω ότι εμπεριέχει μια κοινή θέση, ένα κοινό αίσθημα που μας ενώνει. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, μέσα μου οι δύο αυτές ταινίες συνδέονται πολύ και περιέχουν μια μεγάλη δόση γαλήνης την οποία δεν μπορώ να εξηγήσω με λόγια. 



Βαλέρια Χριστοδουλίδου

Μιλάμε για το «Η Διπλή ζωή της Βερόνικα του Zbignew Preisner». “Μια μπαλαρίνα ζει σε ένα κουτί. Θέλει να χορέψει, αλλά σπάει το πόδι της... έτσι μεταμορφώνεται σε πεταλούδα.” Αυτό το παιδικό παραμύθι είναι η κεντρική ιδέα της ταινίας και έτσι ακριβώς θα μπορούσα να περιγράψω την μουσική του Preisner. Μελωδίες λιτές, χωρίς εντυπωσιασμούς γεμάτες συναίσθημα κι αλήθεια. Οι νότες καθαρές, σαν πινελιές ενός μικρού παιδιού πάνω σε ένα πεταμένο χαρτί που βρήκε στο δρόμο, εκεί που έπαιζε κρυφτό από την φασαρία των μεγάλων... και έτσι, ό,τι νεκρό χάνει τη δύναμή του, μπροστά στην αγνή του φαντασία. Σαν μια πεταλούδα που μόλις ντύθηκε τα φτερά της, άρχισε το παιχνιδιάρικο ταξίδι της δοκιμάζοντας  διαφορετικούς ερωτικούς ρυθμούς στο πέταγμά της να εκπλήξει τον αγέρα και να αφεθεί στον μυστικό και θαυμαστό κόσμο της αποκάλυψης. Παραδομένη στις αισθήσεις από τα χρώματα, τις μυρωδιές, τις γεύσεις, εξερευνά τώρα το πιο φωτεινό και σκοτεινό πρωτόγονο υλικό της ψυχής μας, κάνοντάς την κι αυτήν να φτερουγίζει, καθώς καλωσορίζει τον απρόσμενο επισκέπτη με τα πολύχρωμα φτερά και με όλα τα μουσικά του δώρα: τον έρωτα, την μοναξιά, την απώλεια, την γέννηση, την λύπη, την χαρά, τη δύναμη, την αδυναμία, το παιχνίδι, την θάλασσα, το βουνό, την γη, τον ουρανό, την ευτυχία, την ατυχία, την αρμονία, την παραφωνία, την επικοινωνία, τα λάθη, τον πόνο, την γιατρειά, την σιωπή, την δημιουργία, την αλήθεια, την αγάπη... το ταξίδι προς την αναγέννηση.


*Πρώτη δημοσίευση Δίφωνο
Οκτώβριος 2010.

1 σχόλιο:

ΦΛΕΓΟΜΕΝΟΣ είπε...

Πολύ ωραίο!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Camly - A Responsive Blogger Theme, Lets Take your blog to the next level.

This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself.


This is an example of a Optin Form, you could edit this to put information about yourself or your site so readers know where you are coming from. Find out more...


Following are the some of the Advantages of Opt-in Form :-

  • Easy to Setup and use.
  • It Can Generate more email subscribers.
  • It’s beautiful on every screen size (try resizing your browser!)
Subscribe Via Email

Subscribe to our newsletter to get the latest updates to your inbox. ;-)

Your email address is safe with us!